Paul Antony Jones, Extinction point

Το Extinction point είναι το πρώτο μέρος μιας post-apocalyptic τριλογίας, με ηρωίδα την Έμιλι, μια νεαρή δημοσιογράφο στη Νέα Υόρκη. Το σκηνικό της καταστροφής στήνεται αμέσως, με τις πρώτες σελίδες. Μια αφύσικη κόκκινη βροχή κάπου στην ανατολική Ευρώπη προκαλεί φρικτό και επώδυνο θάνατο σε ανθρώπους και ζώα. Τα πάντα εξελίσσονται τόσο γρήγορα, που δεν αφήνουν περιθώριο για αντιδράσεις. Πριν καλά καλά το CNN μεταδώσει τις πρώτες τρομακτικές εικόνες από τις ευρωπαϊκές πόλεις, η βροχή έχει φτάσει στις ΗΠΑ και, όπως φαίνεται, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η Έμιλι είναι μάλλον η μόνη κάτοικος της Νέας Υόρκης που δεν ακολουθεί τη μοίρα των υπολοίπων (αν και δεν μαθαίνουμε γιατί). Μόλις ξεπερνά το αρχικό σοκ, την περιμένει ένα δεύτερο: οι πρώην συμπολίτες της δεν πεθαίνουν απλώς, όπως στην αρχή νόμιζε, αλλά μετατρέπονται σε ένα είδος κουκουλιού για την επώαση αλλόκοτων -προφανώς εξωγήινων- όντων. Η μόνη της επιλογή είναι να εγκαταλείψει την πόλη παίρνοντας την κατεύθυνση της Αλάσκας, καθώς οι μοναδικοί επιζώντες με τους οποίους κατορθώνει να επικοινωνήσει βρίσκονται σε ένα μετεωρολογικό σταθμό στα νησιά Στόκτον της παγωμένης πολιτείας.

Τα βιβλία που αφηγούνται ένα κατεστραμμένο κόσμο αποτελούν από μόνα τους μια κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας με πιστό κοινό και τον πήχη τοποθετημένο ψηλά. Αν για παράδειγμα η αφήγηση τοποθετείται στο κοντινό μέλλον ή ακόμα περισσότερο στο παρόν (όπως στο ΕΡ), ο αναγνώστης απαιτεί ρεαλισμό, αληθοφάνεια. Στο Extinction η ηρωίδα παίρνει μια σειρά από αποφάσεις που δεν φαίνονται λογικές, ακόμα και υπό το καθεστώς πίεσης που βρίσκεται. Αλλά και ο κόσμος του έργου, η πόλη της Νέας Υόρκης και κατόπιν τα περίχωρά της, μοιάζουν να είναι όπως και πριν, απλώς χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και κατοίκους. Μια τόσο ραγδαία, ταχύτατη καταστροφή του πολιτισμού, όπως αυτή που περιγράφεται στο ΕΡ, θα έπρεπε να έχει συνέπειες που δεν αποτυπώνονται (και για να είμαι δίκαιος, δεν αποτυπώνονται και σε άλλα ανάλογα post-ap έργα). Η πιο καίρια, είναι η εγκατάλειψη στην τύχη τους μερικών δεκάδων σταθμών παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, πολλοί εκ των οποίων μάλιστα είναι συγκεντρωμένοι στα βορειοανατολικά, κοντά στη Νέα Υόρκη. Για να κλείσει «κανονικά» ένας σταθμός και να μη μεταβληθεί σε Τσερνομπίλ, απαιτείται τεράστια προετοιμασία και φυσικά πολύ περισσότερος χρόνος από ένα 24ωρο, στη διάρκεια μάλιστα του οποίου τα πάντα γύρω καταρρέουν.

Παρόλα αυτά, ο αναγνώστης έχει αποδείξει ότι μπορεί να αγνοήσει τέτοια προβλήματα, αν η αφήγηση και οι χαρακτήρες τον κερδίσουν. Κάτι που δεν γίνεται στο ΕΡ. Η δράση είναι απελπιστικά αργή, οι περιγραφές υπερβολικά λεπτομερείς (σε βαθμό λεπτολογίας) και το ύφος του Jones συχνότερα πιο κοντά σε ένα τεχνικό εγχειρίδιο παρά σε λογοτεχνικό έργο. Προβληματική και η ίδια η ηρωίδα: Ως μοναδικός χαρακτήρας του έργου, δεν έχει το βάθος, την προσωπικότητα, να σηκώσει στους ώμους της το βιβλίο, να μας τραβήξει έστω και περιστασιακά το ενδιαφέρον, παρά τις τυπικές προσπάθειες του συγγραφέα να σκαλίσει λίγο την εφηβεία της. 

Τέλος... το τέλος: Γνωρίζοντας ότι το βιβλίο αποτελεί μέρος τριλογίας, ο αναγνώστης είναι προετοιμασμένος ότι πολλά πράγματα -από πλευράς μύθου- θα μείνουν ανοιχτά. Ωστόσο ο συγγραφέας παραδίδει στο κοινό του ένα έργο, που ακόμα και αν αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου, οφείλει να διαθέτει ένα στοιχειώδες κλείσιμο: Αν θα είναι μια αφηγηματική κορύφωση (αυτό που λέμε cliffhanger), μια προσωρινή συναισθηματική κάθαρση ή κάτι άλλο, εξαρτάται από τον ίδιο. Όμως κάτι πρέπει να είναι. Το Extintcion τελειώνει με το μαχαίρι, θαρρείς και ο Jones διάλεξε στην τύχη, με το μάτι, τις σελίδες που ήθελε να έχει ο πρώτος τόμος. Με τον τρόπο αυτό αιφνιδιάζει τόσο έντονα και απολύτα τους ήδη καταπονημένους αναγνώστες του, που πιστεύω ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό, τους χάνει οριστικά.

1