Charles Yu, Sorry, Please, Thank you: Stories

Με την υποδοχή του Sorry please thank you: stories από το κοινό και τους κριτικούς, επιβεβαιώνεται ο κανόνας: Σε αυτό το meta-universe (ώστε να είμαι εντός Yu-κλίματος) που υπάρχουμε, για κάθε γυναίκα υπάρχει ένας άνδρας που θα την αγαπήσει, για κάθε άνδρα μια γυναίκα, και για κάθε βιβλίο οι θαυμαστές του. Ακόμα και μια συλλογή που απαρτίζεται από διηγήματα τόσο αδύναμα...

τόσο

υπερβολικά στηριγμένα στην  π ρ ο σ π ά θ ε ι α  να πουν κάτι έξυπνο ή πρωτότυπο ή (άλλοτε) παλιό & ξαναγραμμένο, πάντα όμως «εσωτερικό» και μελαγχολικό

από ένα συγγραφέα που πειραματίζεται διαρκώς με τις ιδέες του

και όπως θα καταλάβατε ήδη

καταφεύγει στη μορφή

ενώ οδηγεί διαρκώς τους αναγνώστες κοντά στο όριο εγκατάλειψης, θέλοντας να διαπιστώσει πόση συγγραφική ευφυΐα μπορούν να δεχτούν αδιαμαρτύρητα.

Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν εγκατέλειψα -πώς θα έγραφα για το βιβλίο μετά; Αν βέβαια επρόκειτο για μυθιστόρημα, το καθήκον θα ήταν πιο δύσκολο. Σε μια συλλογή διηγημάτων περιμένεις πάντα ότι το επόμενο ίσως είναι καλύτερο, αλλά στο Sorry... συμβαίνει το αντίθετο: Το πρώτο διήγημα («Standard loneliness package») είναι το καλύτερο του βιβλίου: Ο ήρωας δουλεύει σε ένα είδος κέντρου υποδοχής και μεταβίβασης συναισθημάτων, με τους πελάτες να πληρώνουν για να νιώσουν άλλοι για λογαριασμό τους τις πιο δυσάρεστες εμπειρίες. Η ιδέα δεν είναι ακριβώς πρωτότυπη, αλλά δοσμένη με ένα τρόπο που σε κάνει να ενδιαφερθείς. Η καθημερινότητα του μοναχικού και ανασφαλή υπαλλήλου, το εργασιακό περιβάλλον, τα tickets, η (όχι τελείως αναπάντεχη) κατάληξη, κάτι από όλα θα αγγίξει τον αναγνώστη.

Στο επόμενο διήγημα, «First person shooter», ο νυχτερινός φύλακας πολυκαταστήματος παρακολουθεί την όμορφη κυρία-ζόμπι να επισκέπτεται τμήματα με προϊόντα ομορφιάς -και έχετε όλη την ιστορία. Δεν υπάρχει πλοκή ή τέλος, υπάρχει ένα σχόλιο για τις γυναίκες (!) που παθητικά (όπως η lady zombie) ψωνίζουν στο εκάστοτε τμήμα καλλυντικών. Αυτό το διήγημα δίνει πάνω-κάτω τον τόνο και στα υπόλοιπα της συλλογής (έχετε προειδοποιηθεί, λέει ο Yu): Οι χαρακτήρες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναζητούν κάτι που διαρκώς τους διαφεύγει, καθώς βρίσκεται πάνω από τις δυνάμεις τους. Έτσι και στο «Troubleshooting», αλλά με την ιστορία να απουσιάζει τελείως: Εδώ ο αναγνώστης λαμβάνει αριθμημένες οδηγίες χρήσης μιας συσκευής, που καταλήγουν:

40

A life without unfulfilled desire is not what you want. A life without unfulfilled desire is a life without desire. The beach, you say. You want to go to the beach? Is that really what you want? The beach. The pool. The library. You want to go to the butcher, the baker, the supermarket. You want to go to the mountains and swim with friends in the lake. To want, in the infinitive form. To want, conjugated: I want, you want, he, she, one wants, we want, you all want, they want. Have you ever thought about not wanting, just for a second? Have you ever thought about putting a question into this device, about what would happen if you asked about the world, instead of just asking for it? Who do you think you are? Who do you think I am? What do you think you have in your hands? Why would you think you have any idea of what you want? You’ve had thirty-seven years to get it right, thirty-seven years with the device at your disposal, just waiting, ready, willing, and most nights you still go to bed confused, angry at yourself. When are you going to start considering the possibility that you are exactly who you want to be?

Παρατηρεί κανείς ότι όταν έγραφε αυτές τις γραμμές, ο Yu, ήταν ο ίδιος 37 ετών. Αυτο-σαρκασμός, ναρκισσισμός ή και τα δύο;

Στο «Hero absorbs major damage» οι ήρωες -χωρίς να το γνωρίζουν- είναι ψηφιακές φιγούρες ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού δράσης, σε μια σχετικά ευχάριστη αφήγηση που όμως δεν προσθέτει κάτι αξιόλογο σε τόσες άλλες που στηρίζονται στην ίδια ιδέα -αφού ασφαλώς η αναπάντεχη ομοφυλοφιλία του πιο σκληρού ήρωα ή η ύπαρξη του ανήλικου θεού που χειρίζεται την κονσόλα είναι ευρήματα πολύ αφελή για να κάνουν το διήγημα αξιομνημόνευτο. «Human for beginners», «Inventory», «Note to self», «The book of categories» ο Yu συνεχίζει στο ίδιο ύφος: μην έχοντας να διηγηθεί κάτι, παραθέτει ύφος, στιλ και μελαγχολία / ανασφάλεια, που φαίνεται να εντυπωσιάζουν αρκετούς αναγνώστες, καθώς αυτή είναι η ουσία της λογοτεχνίας, έτσι δεν είναι; Στο «Designer emotion» παραθέτει τη στιλάτη και απελπιστικά ωμή ομιλία ενός CEO φαρμακευτικής εταιρίας προς τους μετόχους ενώ στο ωχρά ενδιαφέρον «Yeoman» δοκιμάζει ξανά να πει μια ιστορία, μέσα από τις σκέψεις του γνωστού μας ανώνυμου κομπάρσου που συνοδεύει τους κεντρικούς ήρωες κάθε σειράς στις away team -τις αποστολές μακριά από το διαστημόπλοιο. Στο «Open» ένα ζευγάρι αντικρίζει ξαφνικά στο καθιστικό την λέξη πόρτα, που λίγο μετά δίνει τη θέση της σε μια αληθινή πόρτα. Πρώτα την περνά η γυναίκα, ως άλλη Εύα, μετά την περνούν μαζί, τελικώς μόνη η γυναίκα, η οποία μια στιγμή πριν η πόρτα εξαφανιστεί, γαντζώνεται στο «Ο» και επιλέγει να αλλάξει οριστικά διάσταση. 

Πιστεύω ότι ο Yu είναι συγγραφικά «τεμπέλης». Αντί να δοκιμάσει τις ιδέες του σε ένα μακρύτερο έργο, τις παραθέτει ανεπεξέργαστες, όπως τις εμπνεύστηκε, σε μια σειρά από σύντομα διηγήματα, που εστιάζουν στη φόρμα και επαναλαμβάνουν την αδυναμία των ηρώων να υψώσουν το ανάστημά τους. Αν στο μέλλον μπορεί να γράψει κάτι που θα μας ενδιαφέρει, μένει να το δούμε.

1